Γιορτάζουν-λέει-τα 40 χρόνια της Πολυτεχνικής Σχολής και του Δ.Π.Θ γενικότερα. Επειδή διάβασα μερικά ονόματα , που μου είναι τελείως αδιάφορα και που δεν έχουν καμιά σχέση με τα πρώτα βήματα-μπουσουλίσματα-της δικής μας Π.Σ.Ξ., θα μου επιτρέψετε να γράψω μερικά εδώ, έτσι για την ιστορία. Κάποτε αυτές και αυτοί ήταν η Πολυτεχνική σχολή μας.
Διαμαντίδης Δημήτρης (ένα διάστημα αυτός ήταν όλη η Π.Σ.Ξ., εκεί στην στοά-εννοώ στοά από καταστήματα, μην πάει αλλού ο νου σας-στην Θεσσαλονίκη (Χρυσικοπούλου);
Και Λεκίδου Μαρίτσα (η πρώτη Γραμματέας της Σχολής)
Τον Δεκέμβρη του 1974 έγιναν εξετάσεις στην Ξάνθη με καμιά εκατοστή υποψήφιες/ους (εκείνη την μέρα έπαιζαν Ελλάδα-Γερμανία και νομίζω το αποτέλεσμα ήταν 1-1). Μετά από μερικές μέρες-στις 8/12-έγινε το δημοψήφισμα. Σ αυτές τις εξετάσεις-που τις διεξήγαγαν ο Λυσίμαχος Μαυρίδης, Πρόεδρος της Διοικούσας Επιτροπής τότε του Δ.Π.Θ., και ο Θεμιστοκλής Ξανθόπουλος, καθηγητές και οι δύο στο Α.Π.Θ. Ο Μαυρίδης δεν ζει πλέον.
Προσελήφθηκαν 12 γυναίκες και 2 άντρες (εμού συμπεριλαμβανομένου).
Και υπήρχαν και μερικοί βοηθοί (Γούναρης, Μαυροειδής,ο Γιώργος ο Κοκκινίδης, ο Χρήστος Κάλφας, Πέτρος Βάρβογλης, φυσικά ο Διαμαντίδης, η Χριστίνα Ρούτση,ο ΒασίληςΜαρκόπουλος(για τον θείο Βασίλη πρέπει να γραφεί ένα ιδιαίτερο κομμάτι, η παρουσία του και η προσφορά του στην Ξάνθη ήταν μεγάλη), Ιωάννου)-σίγουρα ξεχνάω κάποιες/ιους.
Για τον Θωμά τον Βουγιουκλή θα γράψω ιδιαίτερα εδώ. Ηταν πρόεδρος της ΦΕΞ την χρονιά που η τελευταία έκλεινε τα 25 της χρόνια και μέσα σε απέραντες δυσκολίες καταφέραμε να τα γιορτάσουμε με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια.
Τα άλλα πρόσωπα που την λειτούργησαν την σχολή σε εκείνα τα δύσκολα χρόνια, με 3-4 επισκέπτες καθηγητές από Θεσσαλονίκη, ήταν:
Ασβεστά Ουρανία, Κωφίδου Εφη, Καραγεωργίου Φανή, Κωνσταντινίδου Αφροδίτη και Κλεονίκη,Χατζηγιαννάκη Αλίκη,Χατζηιωαννίδου Πόπη, Ανδρουτσοπούλου Πόπη, Σακαλή Σούλα, Κονδύλη Ρούλα, Σιδηροπούλου Αθηνά,Γερακίνα (δεν θυμάμαι δυστυχώς επώνυμο), ο Κώστας Λυγερός (που δεν είναι πια μαζί μας )και εγώ.
Από τους καθηγητές (πέρα από τους 2 που ανέφερα) ήταν ένας χημικός (δεν θυμάμαι το όνομα του) και ο εξαίρετος Νίκος Παναγιωτόπουλος, του οποίου η προσφορά ήταν ευρύτερη της διδασκαλίας του.
Επί πλέον υπήρχε και ένας δάσκαλος σχεδίου (ονόματι Βασιλειάδης), όπως και δασκάλες ξένων γλωσσών (Φωνάζογλου Δέσποινα (αγγλικά) και η Κούλα Καρούλια (γαλλλικά)-η οποία μας βοήθησε και στην ΦΕΞ σε πάρα πολλές εκδηλώσεις)
Ολοι αυτοί, από διαφορετικά πόστα,ήταν ο θεμέλιος λίθος της Πολυτεχνικής Σχολής Ξάνθης. Τους αξίζει μία αναφορά, γιατί σε εκείνες τις δύσκολες συνθήκες. κατάφεραν να την λειτουργήσουν και να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της. Δυστυχώς ακολούθησε και αυτή (η Π.Σ.Ξ) την μοίρα όλων των ελληνικών ΑΕΙ. Κυριάρχησε εντός της ένας απέραντος μικρομεγαλισμός, καμία ή ελάχιστη σχέση με την τοπική κοινωνία και τα προβλήματα της και για αρκετούς (κυρίως καθηγητές) ,προθάλαμος για τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια της χώρας. Πολλοί απ αυτούς ήταν οι καλύτεροι πελάτες της Ολυμπιακής τότε (εξ ου και μια έκπτωση που είχαν στα εισιτήρια).
Οι πρώτοι φοιτητές που θα μαζευτούν-απ ότι μαθαίνω αυτές τις μέρες-αυτούς βρήκαν όταν ήλθαν εδώ, σε μια περιοχή άγνωστη και ανεξερεύνητη ακόμη, απ αυτούς δέχθηκαν τις πρώτες βοήθειες-όχι μόνο διδακτικές-και μ αυτούς έκαναν παρέα τον πρώτο καιρό, μια που η συντηρητική κοινωνία της Ξάνθης τους έβλεπε με μισό μάτι.
Εσείς λοιπόν που θα γιορτάσετε αυτές τις μέρες τα 40 χρόνια έχετε υποχρέωση απέναντι σε όλες και όλους αυτούς, μιας μικρής-έστω αναφοράς- και αφήστε τους Πρυτάνεις και Περιφερειάρχες να γράψουν την δική τους ιστορία. Η μνήμη αξίζει στους ταπεινούς.
Σ.Σαρακενίδης
Χθες κάπου διάβασα ότι ήταν η επέτειος της έκδοσης του "Αξιον εστί" του Θεοδωράκη. Τον Οκτώβριο του 1964. Και θυμήθηκα την δική μου ιστορία για την απόκτηση αυτού του δίσκου. Οι 130 δραχμές (το αντίτιμο του) ήταν πολλές. Είχαμε μπλέξει και σε εκείνες-τις πρώτες-πανελλαδικές εξετάσεις, με το "ακαδημαϊκό" απολυτήριο του Λουκή Ακρίτα και του Παπανούτσου. Είχαν γίνει κάτι λάθη στον σχεδιασμό και ενώ δεν έμπαιναν οι καθορισμένοι από πριν φοιτητές, δεν κατέβαινε η "βάση" για να μπουν και οι υπόλοιποι και να συμπληρωθεί ο αριθμός τους, που είχε προκαθορισθεί. Κι έτσι καμιά χιλιάδα υποψήφιοι, σε όλη την Ελλάδα, μαζεύτηκαν και βγάλαν επιτροπές...τα γνωστά. Τέλος πάντων.
Καπάκι και το "αξιον εστί" να δυσκολέψει ακόμη περισσότερο τα πράγματα. Η επιθυμία να τον ακούσω πλησίαζε τα όρια της ερωτικής.Αλλά τα χρήματα δεν υπήρχαν. Τότε στην Ξάνθη,ο ξάδελφος μου Μιχάλης Καπηλίδης είχε κατάστημα δίσκων, γνωστός μουσικός που σήμερα και τα τρία παιδιά του, αλλά και τα εγγόνια του, διαπρέπουν στον χώρο της μουσικής (φιλιά σε όλους)!
Ετυχε να βρεθώ στην Ξάνθη τότε, (επίσκεψη στην αδελφή μου) και πέρασα κανά δυο φορές από το μαγαζί του, αλλά δίσταζα να του κάνω κρούση για τον δίσκο. Την παραμονή της αναχώρησης μου για Θεσσαλονίκη ξαναπέρασα από κεί να τον αποχαιρετίσω. Μου λέει: Θα μου κάνεις μια αγγαρεία. Φυσικά, ήταν η απάντηση μου. Μου δίνει μια κιθάρα που ήθελε κάποια επιδιόρθωση, να την πάω σε ένα μαγαζί στην Θεσσαλονίκη, κάπου στην Εγνατία προς τον Βαρδάρη. Τότε πήρα θάρρος και του λέω: Ξέρεις το "αξιον εστί" του Μίκη σε στίχους Ο.Ελύτη που μόλις κυκλοφόρησε; Φυσικά το ήξερε. Το θέλεις; μου λέει. Σαν τρελός. Θα πας στον Λαμπρόπουλο (κάπου στην Μητροπόλεως) και θα πεις ότι είναι για μένα (μου δίνει και ένα σημείωμα). Θα σου το δώσουν φθηνότερα.
Ετσι και έγινε. Αφού άφησα την κιθάρα, πήγα στον Λαμπρόπουλο. Τρέμοντας κυριολεκτικά και ελπίζοντας να φθάνουν οι 80 περίπου δραχμές που είχα, έδωσα το σημείωμα σε έναν κύριο, ο οποίος "έβγαλε" τα δύσκολα γράμματα του Μιχάλη-γιατί εγώ είχα πάθει γλωσσοδέτη-και μου λέει...Ναι βέβαια..μισό λεπτό να σου τον φέρω. Το τρέμουλο συνεχίζονταν , γιατί δεν είχα ακούσει ακόμη την λυπητερή. Τον φέρνει λοιπόν,τον τυλίγει σε ένα χαρτί και μου λέει-ενώ βροντές και αστραπές αντηχούσαν μέσα στο κεφάλι μου- Για τον Μιχάλη μόνο 70 δραχμές θα μου δώσεις. Ανάσταση! Δοξαστικά! Ψαλμωδίες αγγέλων...όλα μαζί αντηχούσαν μέσα στου Λαμπρόπουλου, που είχε μετατραπεί σε καθεδρικό ναό!
Πρέπει να έκανα παγκόσμιο ρεκόρ στην απόσταση...Λαμπρόπουλος-λεωφορείο-Κρήτης (που μέναμε τότε). Μέσα στον ενθουσιασμό μου όμως ξέχασα ότι δεν είχα πικαπ. Ηλεκτρόφωνο το λέγαμε τότε. Κάπου είχα χαθεί δεν ήξερα τι μου γίνονταν. Θυμήθηκα τότε τον Γιάννη, έναν φίλο της Κυριακής (γιατί τις υπόλοιπες μέρες δούλευε στις οικοδομές-ήταν ηλεκτρολόγος) που είχε ένα τέτοιο. Αλλά μόνο την Κυριακή τον έβλεπα και καπνίζαμε κανένα τσιγάρο παρέα. (Ο Γιάννης όλη την βδομάδα δεν κάπνιζε καθόλου-την Κυριακή ένα πακέτο,"εθνος" νομίζω ήταν). Μέχρι να έλθει η Κυριακή κόντευα να κλατάρω. Είχαμε και το σχολείο, στο διάσημο Ε΄πήγαινα, που είχε τις απαιτήσεις του, αλλά σχολείο θα κοίταζα τώρα; Την Κυριακή υπέβαλα το αίτημα μου στον Γιάννη. Μου λέει φέρτον στο σπίτι να τον ακούσουμε παρέα. Ηλθαν και δυο άλλοι φίλοι μαζί. Ηταν μυσταγωγία για μένα. Κάτι πρωτόγνωρο. Η μουσική μας παιδεία στηρίζονταν στο ραδιόφωνο, στις συναυλίες της Τρίτης (συμφωνική της Βοστώνης) και την Μεγάλη εβδομάδα που παρακαλούσα να μην αναστηθεί ποτέ ο Χριστός. Η πρώτη ακρόαση ήταν κάτι ασύλληπτο. Εβλεπα όμως στα πρόσωπα των άλλων κάτι γκριμάτσες, ακουγα κάτι αναστεναγμούς ανυπομονησίας και δεν καταλάβαινα. Δεν ήταν ότι δεν τους άρεσε. Αλλά όλα αυτά τα καινούρια στοιχεία...η αφήγηση (μέγας Κατράκης), ο χορός, ο ψάλτης (ο ιερέας, καλύτερα, Μπιθικότσης) ήταν καινούρια πράγματα για όλους μας.
Εκείνο το απόγευμα τον ακούσαμε ίσα με 5 φορές. Βγήκαμε μετά να πάρουμε λίγο αέρα και ανταλλάξαμε γνώμες. Εγώ ενθουσιασμένος, οι άλλοι όχι και τόσο. Επαιζε ρόλο και το πολιτικό βλέπετε. Εγώ από τότε συμπαθούσα την αριστερά, ψιλοπήγαινα στις συγκεντρώσεις της ΕΔΑ (στην περιφέρεια τους), αλλά τα άλλα παιδιά δεν είχαν ανάμειξη με την πολιτική, ακόμη και σε εκείνη την εποχή των αναταράξεων.
Παρακάλεσα τον Γιάννη να μου δανείσει το ηλεκτρόφωνο του για λίγο καιρό. Γενναιόδωρος αυτός μου το έδωσε. Τον έμαθα απ έξω τον δίσκο. Και τον Γενάρη του 65 που πήγα φαντάρος, στις στιγμές της μοναξιάς, τραγουδούσα κάποια τραγούδια του, χωρίς τον κίνδυνο να καταλάβει κανείς ότι ήταν του Θεοδωράκη, γιατί το έργο δεν ήταν γνωστό ακόμη. Τον δίσκο τον έχω ακόμη. Διπλός , ζυγίζει αρκετά. Φθαρμένος από τα πολλά παιξίματα, με γεμίζει νοσταλγία για τους φίλους, για την λαχτάρα ,την ερωτική σχεδόν, ανάμεικτη με ένα πάθος, ακαθόριστο, για κάτι που έρχεται (δεν ήλθε ποτέ) και μετά ο στρατός με την κατάθλιψη που τον συνοδεύει. Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν πολύ δύσκολα, αλλά το "άξιον εστί" ήταν πάντοτε μια μουσική παρηγοριά.
Σόλων Σαρακενίδης
https://www.youtube.com/watch?v=XyaTOPahl14

Από το καλοκαίρι του 2010 και αφού είχα εγκαταλείψει τα προηγούμενα χρόνια, κομματικούς σχηματισμούς, στους οποίους είχα ενταχθεί αυτοβούλως (1984 διαγραφή από ΚΚΕ) και αποχώρηση από Συριζα μετά την εκλογή Τσίπρα, μπήκα σε μια νέα περιπέτεια-που μάλλον είναι και η τελευταία-μια περιπέτεια, που ομολογώ ότι από την αρχή είχα αρκετές αμφιβολίες για την επιτυχία της, αλλά ακολούθησα, κυρίως φίλους εδώ στην Ξάνθη, έχοντας εμπιστοσύνη στην κρίση τους και -προ πάντων-στην εντιμότητα τους. Ετσι διαμορφώθηκε μια πολύ ωραία παρέα, ζωντανή με όρεξη, με εμπνεύσεις, με ένα όραμα περαιτέρω συγκλίσεων που δεν το περιόρισε το αρχικό δημοσκοπικό ξεπέταγμα. Η Δημάρ τον πρώτο καιρό της εμφάνισης της έπιανε δημοσκοπικά διψήφια νούμερα. Είχε γίνει μάλιστα-και τοπικά-πόλος έλξης διάφορων ανέστιων πολιτικών καιροσκόπων, που ευτυχώς οι απόπειρες τους για εισδοχή αποκρούστηκαν, τοπικά κυρίως.
Ηταν ωραία η αρχή λοιπόν,αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον, απέκτησε σάρκα και οστά, έβγαλε τα πρώτα δόντια του και άρχισε το πράγμα να συγκροτείται. Η Ξάνθη ήταν από τις πρώτες πόλεις που επισκέφθηκε ο Κουβέλης. Μιλώντας σε μια ευπρόσωπη συγκέντρωση τότε (τον Δεκέμβριο του 2010), έκανε εντύπωση ο ρηξικέλευθος λόγος του, που δεν χάιδευε αυτιά και ονομάτιζε την κατάσταση με το πραγματικό της όνομα. Οι δύο μέρες που περάσαμε μαζί ήταν ουσιαστικές,-αν και ομολογώ φάνηκαν τα πρώτα ψήγματα ενός μικρού εγωϊσμού, που πέρασε απαρατήρητος-όχι από μένα.
Και πέρασε ο καιρός ήλθαν οι δύο εκλογικές αναμετρήσεις, όπου πριν από την πρώτη επικεντρώναμε σε μια λογική που ήταν ενάντια στους μέχρι τότε διαχειριστές της εξουσίας και μετά το-σχετικά καλό-αποτέλεσμα, αποκρούαμε λογικές που μας ήθελαν συνεργαζόμενους με ΝΔ-Πασοκ,που αμέσως μετά τις δεύτερες αυτό έγινε-και σωστά κατά την γνώμη μου-πραγματικότητα.
Από κει και πέρα άρχισε η αποκαθήλωση μέσα μου. Αποδείχθηκε ότι αυτός ο χώρος της ανανεωτικής αριστεράς, ενώ είχε τις δυνατότητες, δεν είχε τα κότσια. Η συμμετοχή στην κυβέρνηση ήταν δι' αντιπροσώπων και μάλιστα όχι και των καλύτερων (λέγε με Ρουπακιώτη). Καταλάβαινε και ο πλέον ανυποψίαστος-βοηθούσε βέβαια σ αυτό και η πρακτική Σαμαρά-ότι ψάχνουμε μια ευκαιρία να την κοπανήσουμε και αυτό δεν άργησε να γίνει δια της ΕΡΤ. Τότε νομίζω ότι ο κόσμος που ψήφισε την Δημαρ την εγκατέλειψε μαζικά. Απο κεί και πέρα ότι γίνεται είναι ένα ψυχορράγημα που "επικυρώθηκε" με το 1,2% και ο κλινικός θάνατος δεν θα αργήσει να έλθει. Παρακάμπτω την ιστορία των 58 γιατί ήταν φανερό ότι ο Κουβέλης δεν είχε καμιά διάθεση να καθίσει σε κανένα τραπέζι συνεργασίας (ο τρίτος πόλος ήταν εσωκομματικής κατανάλωσης τερτίπι). Είχα βέβαια κάποιες ελπίδες από τον Σπύρο Λυκούδη, ένα άνθρωπο που συνδυάζει συναίσθημα και πολιτική πράξη, αλλά δυστυχώς και αυτός, δέσμιος μιας συνήθειας, δεν κατάλαβε ότι οι καιροί τώρα απαιτούν περισσότερη αποφασιστικότητα.
Και φτάσαμε στο σήμερα. Είναι μεγάλη απώλεια που αυτός χώρος δεν θα έχει πολιτική έκφραση στο μέλλον. Η ανανεωτική αριστερά πάντοτε σ αυτόν τον τόπο προφήτευε-λοιδορούμενη τις περισσότερες φορές-τα μελλούμενα και συνήθως έπεφτε μέσα. Θα μείνουν στο "παιχνίδι" οι παλιοί γνωστοί, η άκρως συντηρητική στην Ελλάδα δεξιά (με καταχωνιασμένες μέσα τις ελάχιστες δειλές μεταρρυθμιστικές φωνές) και ένα λαϊκιστικό κακέκτυπο σοσιαλδημοκρατίας, που σήμερα εκδηλώνεται με μια αυθάδεια και πολιτική αγραμματοσύνη, ως μια λερναία ύδρα με πολλά κεφάλια, που το καθένα έχει την δική του κραυγή. Και φυσικά ένα φασιστικό χιτλερικό προσομοίωμα, που δυστυχώς έχει "πείσει" χιλιάδες συμπολίτες, ενώ ταυτόχρονα όχι μόνο είναι εναντίον αυτής-έστω-της δημοκρατίας, αλλά χρησιμοποιεί την δοσμένη του εξουσία με τον πλέον παλαιοκομματικό τρόπο.
Η περιπέτεια για μένα έληξε εδώ και καιρό. Παρακολουθώ με λύπη τις τελευταίες εξελίξεις-που μάλιστα είχαν και μια πολύ δυσάρεστη εξέλιξη εκεί που δεν το περίμενα. Αποσύρομαι λοιπόν. Ελπίζω εκεί έξω κάποτε να αποφασίσουμε να γίνουμε μια σωστή χώρα. Το αξίζει αυτό ο τόπος μας. Του το χρωστάμε.
Σ.Σαρακενίδης
Διαβάζω για την παιδική βία σήμερα, στα σχολεία, στους δρόμους. Και από την άλλη σε κάτι σελίδες "νοσταλγίας" ακούω κάτι βαθείς αναστεναγμούς για "εκείνα τα χρόνια που όλα ήταν καλύτερα, πιο γνήσια, πιο ήρεμα". Αφήνω κατά μέρος την μετεμφυλιακή Ελλάδα και την βία που παρείχε από μόνη της στους "ηττημένους" και αναφέρομαι στην παιδική και άδολη ηλικία μου.
Στις γειτονιές της μικρής επαρχιακής πόλης που μεγάλωσα. Οι γειτονιές λοιπόν ήταν συνυφασμένες με συμμορίες και όρια. (Θυμάστε το west side story);-ε υπήρχε και η ελληνική του εκδοχή. Δεν ήταν ατομική η βία (αν και πολλές φορές υπήρχε και τέτοια-μεταξύ "αρχηγών"), αλλά συνήθως ήταν ομαδική. Οι πετροπόλεμοι μεταξύ γειτονιών ήταν η συνηθισμένη σύρραξη. Στο κομμάτι της παλιάς Ξάνθης που μεγάλωσα (στις "σκιές" πάει άραγε αυτό); Να σκεφθείς ότι εγώ "ήσυχο" και "φοβιτσιάρικο" παιδί, πήγα 2 φορές (τουλάχιστον απ ότι θυμάμαι) στην μάνα μου, την μία με ανοιγμένο κεφάλι και την άλλη με γδαρμένο όλο μου το πόδι. Και τότε οι αντιδράσεις των μανάδων δεν ήταν του στυλ "αχ παιδάκι μου τι έπαθες"...αλλά σου έριχνε πρώτα ένα μπερντάχι-δεν της έφτανε που έπρεπε να ταϊσει μια εξαμελή-οχταμελή οικογένεια, είχε και σένα με τους καυγάδες σου. Και μετά φρόντιζε τις πληγές σου.
Η βία και ο κίνδυνος ήταν συνυφασμένος με την παιδική ηλικία τότε. Οι ελλείψεις ειδικότερα οδηγούσαν σ αυτές. Κλέψιμο φρούτων (όχι μόνο από δέντρα αλλά και από τις κάσες του μανάβη που τις είχε απλωμένες στο πεζοδρόμιο), σπάσιμο τζαμιών , άδειων κυρίως σπιτιών, αλλά καμιά φορά η στόχευση δεν ήταν σωστή και έπιανε και τα "γεμάτα". Και τότε οι καυγάδες στην γειτονιά μεταξύ των μανάδων ήταν ανυπέρβλητες σε ένταση και "πληροφόρηση" για να ενδότερα των οικογενειών τους. Φυσικά δεν υπήρχαν "μυστικά". Ηταν γνωστά τα πάντα κι ας μην υπήρχαν μεσοτοιχίες.
Δάσκαλοι βίαιοι στο σχολείο με την βίτσα στο χέρι. Παπάδες που σε απειλούσαν μονίμως με την κόλαση, μην τυχόν και πιάσεις το πουλί σου. Χωροφύλακες να σε αγριοκοιτάζουν (ήταν φαίνεται μέσα στην εκπαίδευση τους το μίσος προς τους πολίτες-διαχρονικό);-στο γήπεδο να παρακαλάς..."βάλε με μέσα θείο"....τις Κυριακές υποχρεωτικός εκκλησιασμός, να κλείνουν τα μάτια σου από την νύστα και την πείνα (μια μικρή παρηγοριά το αντίδωρο), φροντίδα υγείας ανύπαρκτη (πότε πότε έστελνε η "αμερικάνικη βοήθεια" κάτι οδοντόβουρτσες χωρίς οδοντόκρεμες),συσσίτια στο σχολείο με ένα απαίσιο βούτυρο που βρωμοκοπούσε (ωραίο όμως το κασέρι). Η θάλασσα , που τώρα είναι στα 20 λεπτά,τότε ήταν μια άγνωστη περιοχή. Θυμήθηκα την λαχτάρα γι αυτήν αργότερα, με την "κάθοδο των μυρίων". Παιδικές κατασκηνώσεις,όπου ένιωθες έγκλειστος και σχεδίαζες από την δεύτερη μέρα την απόδραση σου.
Αργότερα, κάθε Πέμπτη που άλλαζαν ταινία οι 2 κινηματογράφοι της πόλης μας, να έχεις την αγωνία σου αν τα έργα που έβαλαν "επιτρέπονται στα παιδιά", ώστε να υπάρχει ελπίδα για το Σάββατο το μεσημέρι (τότε πηγαίναμε και Σάββατο σχολείο) το κονκλάβιο των καθηγητών να μας "επιτρέψει" να πάμε να δούμε μια απ αυτές. Και μετά άρχιζε ο άλλος αγώνας για το αντίτιμο του εισιτηρίου. Τι λαχτάρα όμως; Ο Τζων Γουέην (μετά έμαθα τι κάθαρμα ήταν), ο Μπαρτ Λάγκαστερ, ο Τόνυ Κέρτις, ο Κέρκ Ντάγκλας, αλλά και η Τζέην Μάνσφηλντ ("τροφοδότησε πολλές φορές τις φαντασιώσεις μας-you know what I mean), η Τζίνα Λολομπριτζίτα, η ΣΟΦΙΑ ΛΩΡΕΝ (αχ εκείνη η γυναίκα του ποταμού). Οτι καλύτερο είχε η παιδική μου ηλικία το έβρισκα στις ταινίες και σε κάποια σκόρπια βιβλία που έπεφταν πότε-πότε στα χέρια μου, μέχρι να αποκτήσω δικαίωμα πρόσβασης στην δημοτική βιβλιοθήκη.
Την νοσταλγία λοιπόν δεν την καταλαβαίνω, όπως και την συνήθη και μονότονη αναφορά σε εκείνα "τα ωραία χρόνια". Τότε που τα σκυλιά τα κλωτσούσαμε και τα λουκάνικα δεν υπήρχαν στο λεξιλόγιο μας. Μόνο τα νιάτα ίσως, αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με τις συνθήκες. Ο χρόνος είναι αμέτοχος σε όλα αυτά. Με κλειστά μάτια προχωρά και εμείς πειθήνια όργανα του, ακολουθούμε. Οτι μπορέσουμε και πάρουμε από αυτήν την σύμπτωση που μας έφερε στον κόσμο, μια τυχαία "συνάντηση", μια ακόμη χημική ένωση, στον απέραντο κόσμο του σύμπαντος. Είμαστε τυχεροί! Οχι όλοι, συμφωνώ.
Σ.Σαρακενίδης
Η Ελλάδα, μια χώρα της υπερβολής και της αρπαχτής, πέρασε από διάφορα στάδια, είτε στον τομέα του "πολιτισμού"-πιο σωστά της διασκέδασης-που πάντοτε προσπαθούσε να συναντηθεί με το χαμηλότερο ένστικτο ή γούστο των νεοελλήνων και γενικώς τα κατάφερνε ή -παλιότερα-στον τομέα της κατασκευής, όταν τα μεγάλα πλήθη εγκατέλειπαν τα χωριά τους αναζητώντας καλύτερη τύχη-και περισσότερη ελευθερία-στις μεγάλες πόλεις. Η αρπαχτή ακολουθούσε την υπερβολή, την αναζήτηση του εφήμερου και τους χωρίς αύριο, σήμερα.
Την δεκαετία 1980-90 , που μεσουράνησε ο νέος λαϊκισμός-ο παλιός ήταν απ ευθείας συνδεδεμένος με "παραδοσιακές" αξίες και "διανέμονταν" δωρεάν σε σχολεία , εκκλησίες και τμήματα χωροφυλακής-, στην αλησμόνητη εποχή που οι κοντοπίθαροι "κωλοέλληνες" αναρριχήθηκαν στην εξουσία, με τεντωμένο το δάχτυλο προς το μεγάλο βάζο με το μέλι, ακολουθούμενοι και από κάποιους αφελείς που νόμιζαν ότι ήλθε η ώρα "να πάρουν τα όνειρα εκδίκηση, τότε που πολλοί νόμισαν ο τι τουλάχιστον στον τομέα του λεγόμενου πολιτισμού ήλθε"η ώρα η καλή", αναπτύσσεται κατ αρχήν το σκυλάδικο-που μάλιστα παίρνει και τα χαρακτηριστικά της εθνικής διασκέδασης, γίνεται ελληνάδικο-και η λεγόμενη βαριά κινηματογραφική κουλτούρα, που ακολουθούσε τις ονειρώξεις ενίων δημιουργών της , οδηγεί τους κατασκευαστές διασκέδασης και στην συνέχεια την πλέμπα στην κατ οίκον κατανάλωση εικόνας, με το τσουνάμι της βιντεοκασέττας.
Ενώ μια μικρή μειονότητα έτρεχε στις κινηματογραφικές λέσχες για να γευθεί την τέχνη του Φελλίνι, του Γκοντάρ, των μεγάλων σοβιετικών μαστόρων, αλλά και του Αγγελόπουλου και του Βούλγαρη, ο πολύς λαός, που μόλις είχε στείλει στην εξουσία ένα ομοίωμα του, μια καρικατούρα λαϊκής εξουσίας, έβλεπε στο σπίτι , αλλά και σε "λαοσυνάξεις" τον "Λώρενς της αφραγκίας" ή "τα αστραφτερά κιλοτάκια". Ο κινηματογράφος κλινικά νεκρός, έστειλε όλους τους ανθρώπους του, μικρούς και μεγάλους, στο νέο εργοτάξιο, όπου με το νέο υλικό και την ευκολία της επανάληψης-χωρίς να χαλάς φιλμ-επέτρεπε να γυρίζονται "ταινίες" σε 3 μέρες και να μοσχοπουλιούνται σαν ζεστά κουλούρια από άκρου σε άκρον της Ελλάδας. Το "ρηχό" Πασοκ έπαιξε αυτό το παιχνίδι με συνέπεια, δίνοντας υπέρμετρη σημασία στον καθησυχαστικό του ρόλο και στην αποχαύνωση, όταν μάλιστα αυτό συνοδεύτηκε και από άλλες παράλληλες δραστηριότητες στο θέατρο ή στην μουσική. Μια ισότητα προς τα κάτω. Οι γκρινιάρηδες και πάντοτε ανικανοποίητοι ¨κουλτουριάρηδες" έπρεπε να βγάλουν τον σκασμό και να βρουν τον δικό τους τρόπο αυτοικανοποίησης.
Το 1989-90 αυτόν το ρόλο-όταν η βιντεοκασέτα τα κακάρωσε από ανακοπή-τον ανέλαβαν τα ιδιωτικά κανάλια. Αρχικά στον τομέα της σπιτικής διασκέδασης και στην συνέχεια της "σπιτικής" υπαγόρευσης κάθε συλλογικής ή μη πρωτοβουλίας και ενέργειας. Και τον συνεχίζουν αυτόν τον ρόλο μέχρι σήμερα, ενώ ταχταρίζουν την εξουσία στα γόνατα τους και κάθε τόσο της κλέβουν από την τσέπη το χαρτζιλίκι και τα λεφτά από τα κάλαντα.
Τώρα πια ο λαϊκισμός διανέμεται κατ οίκον και δεν χρειάζεται η βαριά σκιά του χωροφύλακα να διαγράφεται το βράδυ πίσω από την κουρτίνα του παράθυρου. Στρογγυλοκάθεται στο σαλόνι.
Σ.Σαρακενίδης

Η απαίτηση-ποιων άραγε(;)-για ανοιχτά καταστήματα τις Κυριακές, δημιούργησε τις συνηθισμένες αντιπαραθέσεις και είναι λογικό όταν τέτοιας κλίμακας αποφάσεις αλλάζουν ουσιαστικά την ζωή πολλών ανθρώπων και δημιουργούν αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα ανάμεσα σε επιχειρήσεις που ευνοούνται και σε άλλες που θεωρούν ότι θα έχουν απώλειες. Σ αυτήν την αντιπαράθεση δεν μπορώ να μπω. Η θέση μου είναι του πολίτη και δευτερευόντως του καταναλωτή. Ως καταναλωτής δεν είμαι και από τους καλύτερους. Αν η πλειονότητα συμπεριφέρονταν καταναλωτικά όπως εγώ, άλλη θα ήταν η εικόνα της αγοράς, αλλά αυτό είναι δευτερεύον. Αλλά , ειδικά σήμερα, που η κατανάλωση αλλάζει αργά αλλά σταθερά μορφή και περιεχόμενο, η απαίτηση (ποιων άραγε);, να ανοίγουν τα καταστήματα και τις Κυριακές μόνο ως αναχρονιστική μπορεί να χαρακτηρισθεί. Πάντοτε διεκδικούσαμε περισσότερο ελεύθερο χρόνο. Μάλιστα ειπώθηκε ότι οι κοινωνίες του μέλλοντος θα βαθμολογούνται από την ποσότητα του ελεύθερου χρόνου που θα διαθέτουν στους πολίτες τους. Οι καταναλωτικές ανάγκες έχουν τρόπους πολλούς να ικανοποιούνται. Εκείνο που δεν έχει αξιοποιηθεί θετικά, αλλά και με οικονομικά αποτελέσματα επαρκή, είναι ο ελεύθερος χρόνος των ανθρώπων.
Στην μικρή μας πόλης οι Κυριακές είναι μια απόλαυση. Το κέντρο της γίνεται ανθρώπινο (αυτής της έκφρασης το περιεχόμενο δεν το πολυκατάλαβα ποτέ, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία). Αδειάζει από αυτοκίνητα, ο κόσμος περπατάει, χαίρεται την ησυχία και την ηρεμία του αστικού χώρου. Διάφορες εκδηλώσεις συνήθως τονίζουν το εξαιρετικό της ημέρας. Ολα γίνονται σε άλλους ρυθμούς και με άλλο σάουντρακ. Η συνηθισμένη καθημερινή ανακατωσούρα πεζών και οχημάτων-με τα τελευταία να κυριαρχούν πλήρως-λείπει την Κυριακή. Μπορείς να συζητήσεις με τον φίλο/η σου ήσυχα και ωραία ,πίνοντας τον καφέ σου στην πλατεία.
Μια ακόμη μέρα σαν τις άλλες, με αμφίβολο εμπορικό κέρδος δεν ξέρω σε τι θα ωφελούσε. Οσο για τις τουριστικές περιοχές, εδώ και χρόνια έχουν καθιερώσει το εργάσιμο της Κυριακής. Το παράξενο είναι ότι σ αυτές βρίσκονται άνθρωποι με περισσότερο ελεύθερο χρόνο, εφ όσον κάνουν διακοπές. Τέλος πάντων γεμάτη αντιφάσεις είναι η ζωή μας. Και οι εργαζόμενοι; Οι μόνιμα χαμένοι, ευάλωτοι σε πιέσεις και εκβιασμούς για υπερωριακή και (συνήθως) απλήρωτη εργασία, χάνουν από δύο πλευρές. Την ξεκούραση τους και τα χρήματα που ενδεχομένως θα κέρδιζαν κάνοντας κάτι άλλο.
Οι Κυριακές στην πόλη νομίζω πρέπει να είναι αφιερωμένες σε έναν τρόπο ζωής που πρέπει να διεκδικήσουμε και για άλλες μέρες. Η λεγόμενη ανάπτυξη έχει άλλους τρόπους να εκδηλωθεί αυτούς τους καιρούς, με την βοήθεια της τεχνολογίας, που απαιτεί (η τεχνολογία) ανθρώπους με ελεύθερο χρόνο στην διάθεση τους που συνήθως οδηγεί και σε ελεύθερο πνεύμα. Δεν είναι όλα για πούλημα σ αυτόν τον κόσμο.
Σ.Σαρακενίδης
Πάντοτε με εκνεύριζε-και ίσως γι αυτόν τον λόγο δεν έχω και τις ανάλογες φιλίες-ότι δεν στοιχίζομαι πίσω από μονομερείς αντιλήψεις. Αυτές που παίρνουν αφορμή από ένα γεγονός, για να οδηγηθούν αμέσως και χωρίς αιδώ σε γενικεύσεις-αχ αυτές οι γενικεύσεις!-και παρακάμπτοντας στην ουσία το κύριο γεγονός, καταλήγουν σε ένα, εκ των προτέρων, δεδομένο, γι αυτούς συμπέρασμα και τελικά πανηγυρίζουν.
Πίσω από την καταδίκη του ξυλοδαρμού Μαραντζίδη, αναδύθηκαν τέτοιες λογικές, οι οποίες μπουζούριασαν αμέσως και χωρίς δισταγμό ανθρώπους, ιδεολογίες, πολιτικές, τρόπους ζωής. Εκαναν βέβαια, οι ίδιοι τουμπεκί ψιλοκομμένο για τις περιπτώσεις Μανωλάδας και Λάκκας Λακωνίας, γιατί εκείνα τα περιστατικά δεν "βοηθούσαν" στον συνήθη συλλογισμό τους. Αφήστε που ήταν και καταγγελίες, πληροφορίες, κάποια..."λέγεται" και που συνήθως στηρίζονται από κάτι περιθωριακούς και ανυπόληπτους χώρους, κάτι αντιφασιστικές ενώσεις, κάτι τέτοια ρετάλια. Οι σοβαροί αρθρογράφοι γύρισαν το κεφάλι από την άλλη μεριά και οι συνήθεις λινκαδόροι τους έκαναν το ίδιο.
Το ίδιο ισχύει-σε άλλο βαθμό-με την Γάζα. Εκεί βλέπουμε τις δολοφονίες των ισραηλινών με τους βομβαρδισμούς, αλλά ξεχνάμε και τις ευθύνες της Χαμάς, που ξέρει πολύ καλά ότι οι στρακαστρούκες που εκτοξεύει εναντίον του Ισραήλ, είναι ένα καλό πρόσχημα για αντίποινα, ώστε να φαίνεται το τελευταίο ότι αδικείται. Και την πληρώνουν αθώοι-όπως πάντοτε. Οι ντόπιοι ζυγιστές-πώς τους λέγαμε παλιά; κανταρτζήδες-κάνουν την συνήθη δουλειά τους. Βάζουν στην ελλειμματική ζυγαριά τους τα γεγονότα, όπως τους βολεύει και καταλήγουν σε βαρύγδουπα συμπεράσματα. Αντισημίτες οι μεν που καταδικάζουν τους βομβαρδισμούς, ιμπεριαλιστές οι άλλοι και υποχείρια της Μοσάντ, που τις επικροτούν. Τρέχα γύρευε. Και αυτή η ιστορία κρατάει πάνω από μισό αιώνα και ακόμη οι εμπλεκόμενοι-όπως συνηθίζεται άλλωστε-ζητούν την λύση από τους άλλους.
Αυτήν την διαλογή των "σκάρτων" ειδήσεων από τις "καλές" και τον επιλεκτικό σχολιασμό τους, την σιχαίνομαι περισσότερο από την αδιαφορία και τον καναπεδάτο ξυναρχιδισμό. Σαν να υπάρχει ένας διακόπτης που κλείνει και ανοίγει ανάλογα με τις διαθέσεις του κατόχου του. Τι μας οδήγησε μέχρι εδώ, δεν το ξέρω. Ίσως όταν είναι κανείς μέσα σε συμφέροντα, δουλεύει σε μέσα που υπηρετούν μια λογική ή πάλι, με έναν γρήγορο υπολογισμό, επιλέγει αυτήν την άποψη που την συγκεκριμένη χρονική στιγμή είναι η πιο αρεστή και η πιθανότητα να γίνει αποδεκτή, είναι μεγάλη.
Δυστυχώς έτσι θα πορευτούμε. Παλιότερα δεν είχαμε την δυνατότητα να κρίνουμε. Υπήρχε μια κατευθυνόμενη μονομέρεια. Τώρα όχι ευτυχώς. Η προσπάθεια πάντως γίνεται και τα μέσα τα κοινωνικά είναι χώρος, όπου το γάργαρο νεράκι συνυπάρχει με τα βοθρολύματα. Πρέπει να προσέχουμε από που θα πίνουμε.
Σ.Σαρακενίδης