Διαβάζω για την παιδική βία σήμερα, στα σχολεία, στους δρόμους. Και από την άλλη σε κάτι σελίδες "νοσταλγίας" ακούω κάτι βαθείς αναστεναγμούς για "εκείνα τα χρόνια που όλα ήταν καλύτερα, πιο γνήσια, πιο ήρεμα". Αφήνω κατά μέρος την μετεμφυλιακή Ελλάδα και την βία που παρείχε από μόνη της στους "ηττημένους" και αναφέρομαι στην παιδική και άδολη ηλικία μου.
Στις γειτονιές της μικρής επαρχιακής πόλης που μεγάλωσα. Οι γειτονιές λοιπόν ήταν συνυφασμένες με συμμορίες και όρια. (Θυμάστε το west side story);-ε υπήρχε και η ελληνική του εκδοχή. Δεν ήταν ατομική η βία (αν και πολλές φορές υπήρχε και τέτοια-μεταξύ "αρχηγών"), αλλά συνήθως ήταν ομαδική. Οι πετροπόλεμοι μεταξύ γειτονιών ήταν η συνηθισμένη σύρραξη. Στο κομμάτι της παλιάς Ξάνθης που μεγάλωσα (στις "σκιές" πάει άραγε αυτό); Να σκεφθείς ότι εγώ "ήσυχο" και "φοβιτσιάρικο" παιδί, πήγα 2 φορές (τουλάχιστον απ ότι θυμάμαι) στην μάνα μου, την μία με ανοιγμένο κεφάλι και την άλλη με γδαρμένο όλο μου το πόδι. Και τότε οι αντιδράσεις των μανάδων δεν ήταν του στυλ "αχ παιδάκι μου τι έπαθες"...αλλά σου έριχνε πρώτα ένα μπερντάχι-δεν της έφτανε που έπρεπε να ταϊσει μια εξαμελή-οχταμελή οικογένεια, είχε και σένα με τους καυγάδες σου. Και μετά φρόντιζε τις πληγές σου.
Η βία και ο κίνδυνος ήταν συνυφασμένος με την παιδική ηλικία τότε. Οι ελλείψεις ειδικότερα οδηγούσαν σ αυτές. Κλέψιμο φρούτων (όχι μόνο από δέντρα αλλά και από τις κάσες του μανάβη που τις είχε απλωμένες στο πεζοδρόμιο), σπάσιμο τζαμιών , άδειων κυρίως σπιτιών, αλλά καμιά φορά η στόχευση δεν ήταν σωστή και έπιανε και τα "γεμάτα". Και τότε οι καυγάδες στην γειτονιά μεταξύ των μανάδων ήταν ανυπέρβλητες σε ένταση και "πληροφόρηση" για να ενδότερα των οικογενειών τους. Φυσικά δεν υπήρχαν "μυστικά". Ηταν γνωστά τα πάντα κι ας μην υπήρχαν μεσοτοιχίες.
Δάσκαλοι βίαιοι στο σχολείο με την βίτσα στο χέρι. Παπάδες που σε απειλούσαν μονίμως με την κόλαση, μην τυχόν και πιάσεις το πουλί σου. Χωροφύλακες να σε αγριοκοιτάζουν (ήταν φαίνεται μέσα στην εκπαίδευση τους το μίσος προς τους πολίτες-διαχρονικό);-στο γήπεδο να παρακαλάς..."βάλε με μέσα θείο"....τις Κυριακές υποχρεωτικός εκκλησιασμός, να κλείνουν τα μάτια σου από την νύστα και την πείνα (μια μικρή παρηγοριά το αντίδωρο), φροντίδα υγείας ανύπαρκτη (πότε πότε έστελνε η "αμερικάνικη βοήθεια" κάτι οδοντόβουρτσες χωρίς οδοντόκρεμες),συσσίτια στο σχολείο με ένα απαίσιο βούτυρο που βρωμοκοπούσε (ωραίο όμως το κασέρι). Η θάλασσα , που τώρα είναι στα 20 λεπτά,τότε ήταν μια άγνωστη περιοχή. Θυμήθηκα την λαχτάρα γι αυτήν αργότερα, με την "κάθοδο των μυρίων". Παιδικές κατασκηνώσεις,όπου ένιωθες έγκλειστος και σχεδίαζες από την δεύτερη μέρα την απόδραση σου.
Αργότερα, κάθε Πέμπτη που άλλαζαν ταινία οι 2 κινηματογράφοι της πόλης μας, να έχεις την αγωνία σου αν τα έργα που έβαλαν "επιτρέπονται στα παιδιά", ώστε να υπάρχει ελπίδα για το Σάββατο το μεσημέρι (τότε πηγαίναμε και Σάββατο σχολείο) το κονκλάβιο των καθηγητών να μας "επιτρέψει" να πάμε να δούμε μια απ αυτές. Και μετά άρχιζε ο άλλος αγώνας για το αντίτιμο του εισιτηρίου. Τι λαχτάρα όμως; Ο Τζων Γουέην (μετά έμαθα τι κάθαρμα ήταν), ο Μπαρτ Λάγκαστερ, ο Τόνυ Κέρτις, ο Κέρκ Ντάγκλας, αλλά και η Τζέην Μάνσφηλντ ("τροφοδότησε πολλές φορές τις φαντασιώσεις μας-you know what I mean), η Τζίνα Λολομπριτζίτα, η ΣΟΦΙΑ ΛΩΡΕΝ (αχ εκείνη η γυναίκα του ποταμού). Οτι καλύτερο είχε η παιδική μου ηλικία το έβρισκα στις ταινίες και σε κάποια σκόρπια βιβλία που έπεφταν πότε-πότε στα χέρια μου, μέχρι να αποκτήσω δικαίωμα πρόσβασης στην δημοτική βιβλιοθήκη.
Την νοσταλγία λοιπόν δεν την καταλαβαίνω, όπως και την συνήθη και μονότονη αναφορά σε εκείνα "τα ωραία χρόνια". Τότε που τα σκυλιά τα κλωτσούσαμε και τα λουκάνικα δεν υπήρχαν στο λεξιλόγιο μας. Μόνο τα νιάτα ίσως, αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με τις συνθήκες. Ο χρόνος είναι αμέτοχος σε όλα αυτά. Με κλειστά μάτια προχωρά και εμείς πειθήνια όργανα του, ακολουθούμε. Οτι μπορέσουμε και πάρουμε από αυτήν την σύμπτωση που μας έφερε στον κόσμο, μια τυχαία "συνάντηση", μια ακόμη χημική ένωση, στον απέραντο κόσμο του σύμπαντος. Είμαστε τυχεροί! Οχι όλοι, συμφωνώ.
Σ.Σαρακενίδης
Η Ελλάδα, μια χώρα της υπερβολής και της αρπαχτής, πέρασε από διάφορα στάδια, είτε στον τομέα του "πολιτισμού"-πιο σωστά της διασκέδασης-που πάντοτε προσπαθούσε να συναντηθεί με το χαμηλότερο ένστικτο ή γούστο των νεοελλήνων και γενικώς τα κατάφερνε ή -παλιότερα-στον τομέα της κατασκευής, όταν τα μεγάλα πλήθη εγκατέλειπαν τα χωριά τους αναζητώντας καλύτερη τύχη-και περισσότερη ελευθερία-στις μεγάλες πόλεις. Η αρπαχτή ακολουθούσε την υπερβολή, την αναζήτηση του εφήμερου και τους χωρίς αύριο, σήμερα.
Την δεκαετία 1980-90 , που μεσουράνησε ο νέος λαϊκισμός-ο παλιός ήταν απ ευθείας συνδεδεμένος με "παραδοσιακές" αξίες και "διανέμονταν" δωρεάν σε σχολεία , εκκλησίες και τμήματα χωροφυλακής-, στην αλησμόνητη εποχή που οι κοντοπίθαροι "κωλοέλληνες" αναρριχήθηκαν στην εξουσία, με τεντωμένο το δάχτυλο προς το μεγάλο βάζο με το μέλι, ακολουθούμενοι και από κάποιους αφελείς που νόμιζαν ότι ήλθε η ώρα "να πάρουν τα όνειρα εκδίκηση, τότε που πολλοί νόμισαν ο τι τουλάχιστον στον τομέα του λεγόμενου πολιτισμού ήλθε"η ώρα η καλή", αναπτύσσεται κατ αρχήν το σκυλάδικο-που μάλιστα παίρνει και τα χαρακτηριστικά της εθνικής διασκέδασης, γίνεται ελληνάδικο-και η λεγόμενη βαριά κινηματογραφική κουλτούρα, που ακολουθούσε τις ονειρώξεις ενίων δημιουργών της , οδηγεί τους κατασκευαστές διασκέδασης και στην συνέχεια την πλέμπα στην κατ οίκον κατανάλωση εικόνας, με το τσουνάμι της βιντεοκασέττας.
Ενώ μια μικρή μειονότητα έτρεχε στις κινηματογραφικές λέσχες για να γευθεί την τέχνη του Φελλίνι, του Γκοντάρ, των μεγάλων σοβιετικών μαστόρων, αλλά και του Αγγελόπουλου και του Βούλγαρη, ο πολύς λαός, που μόλις είχε στείλει στην εξουσία ένα ομοίωμα του, μια καρικατούρα λαϊκής εξουσίας, έβλεπε στο σπίτι , αλλά και σε "λαοσυνάξεις" τον "Λώρενς της αφραγκίας" ή "τα αστραφτερά κιλοτάκια". Ο κινηματογράφος κλινικά νεκρός, έστειλε όλους τους ανθρώπους του, μικρούς και μεγάλους, στο νέο εργοτάξιο, όπου με το νέο υλικό και την ευκολία της επανάληψης-χωρίς να χαλάς φιλμ-επέτρεπε να γυρίζονται "ταινίες" σε 3 μέρες και να μοσχοπουλιούνται σαν ζεστά κουλούρια από άκρου σε άκρον της Ελλάδας. Το "ρηχό" Πασοκ έπαιξε αυτό το παιχνίδι με συνέπεια, δίνοντας υπέρμετρη σημασία στον καθησυχαστικό του ρόλο και στην αποχαύνωση, όταν μάλιστα αυτό συνοδεύτηκε και από άλλες παράλληλες δραστηριότητες στο θέατρο ή στην μουσική. Μια ισότητα προς τα κάτω. Οι γκρινιάρηδες και πάντοτε ανικανοποίητοι ¨κουλτουριάρηδες" έπρεπε να βγάλουν τον σκασμό και να βρουν τον δικό τους τρόπο αυτοικανοποίησης.
Το 1989-90 αυτόν το ρόλο-όταν η βιντεοκασέτα τα κακάρωσε από ανακοπή-τον ανέλαβαν τα ιδιωτικά κανάλια. Αρχικά στον τομέα της σπιτικής διασκέδασης και στην συνέχεια της "σπιτικής" υπαγόρευσης κάθε συλλογικής ή μη πρωτοβουλίας και ενέργειας. Και τον συνεχίζουν αυτόν τον ρόλο μέχρι σήμερα, ενώ ταχταρίζουν την εξουσία στα γόνατα τους και κάθε τόσο της κλέβουν από την τσέπη το χαρτζιλίκι και τα λεφτά από τα κάλαντα.
Τώρα πια ο λαϊκισμός διανέμεται κατ οίκον και δεν χρειάζεται η βαριά σκιά του χωροφύλακα να διαγράφεται το βράδυ πίσω από την κουρτίνα του παράθυρου. Στρογγυλοκάθεται στο σαλόνι.
Σ.Σαρακενίδης

Η απαίτηση-ποιων άραγε(;)-για ανοιχτά καταστήματα τις Κυριακές, δημιούργησε τις συνηθισμένες αντιπαραθέσεις και είναι λογικό όταν τέτοιας κλίμακας αποφάσεις αλλάζουν ουσιαστικά την ζωή πολλών ανθρώπων και δημιουργούν αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα ανάμεσα σε επιχειρήσεις που ευνοούνται και σε άλλες που θεωρούν ότι θα έχουν απώλειες. Σ αυτήν την αντιπαράθεση δεν μπορώ να μπω. Η θέση μου είναι του πολίτη και δευτερευόντως του καταναλωτή. Ως καταναλωτής δεν είμαι και από τους καλύτερους. Αν η πλειονότητα συμπεριφέρονταν καταναλωτικά όπως εγώ, άλλη θα ήταν η εικόνα της αγοράς, αλλά αυτό είναι δευτερεύον. Αλλά , ειδικά σήμερα, που η κατανάλωση αλλάζει αργά αλλά σταθερά μορφή και περιεχόμενο, η απαίτηση (ποιων άραγε);, να ανοίγουν τα καταστήματα και τις Κυριακές μόνο ως αναχρονιστική μπορεί να χαρακτηρισθεί. Πάντοτε διεκδικούσαμε περισσότερο ελεύθερο χρόνο. Μάλιστα ειπώθηκε ότι οι κοινωνίες του μέλλοντος θα βαθμολογούνται από την ποσότητα του ελεύθερου χρόνου που θα διαθέτουν στους πολίτες τους. Οι καταναλωτικές ανάγκες έχουν τρόπους πολλούς να ικανοποιούνται. Εκείνο που δεν έχει αξιοποιηθεί θετικά, αλλά και με οικονομικά αποτελέσματα επαρκή, είναι ο ελεύθερος χρόνος των ανθρώπων.
Στην μικρή μας πόλης οι Κυριακές είναι μια απόλαυση. Το κέντρο της γίνεται ανθρώπινο (αυτής της έκφρασης το περιεχόμενο δεν το πολυκατάλαβα ποτέ, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία). Αδειάζει από αυτοκίνητα, ο κόσμος περπατάει, χαίρεται την ησυχία και την ηρεμία του αστικού χώρου. Διάφορες εκδηλώσεις συνήθως τονίζουν το εξαιρετικό της ημέρας. Ολα γίνονται σε άλλους ρυθμούς και με άλλο σάουντρακ. Η συνηθισμένη καθημερινή ανακατωσούρα πεζών και οχημάτων-με τα τελευταία να κυριαρχούν πλήρως-λείπει την Κυριακή. Μπορείς να συζητήσεις με τον φίλο/η σου ήσυχα και ωραία ,πίνοντας τον καφέ σου στην πλατεία.
Μια ακόμη μέρα σαν τις άλλες, με αμφίβολο εμπορικό κέρδος δεν ξέρω σε τι θα ωφελούσε. Οσο για τις τουριστικές περιοχές, εδώ και χρόνια έχουν καθιερώσει το εργάσιμο της Κυριακής. Το παράξενο είναι ότι σ αυτές βρίσκονται άνθρωποι με περισσότερο ελεύθερο χρόνο, εφ όσον κάνουν διακοπές. Τέλος πάντων γεμάτη αντιφάσεις είναι η ζωή μας. Και οι εργαζόμενοι; Οι μόνιμα χαμένοι, ευάλωτοι σε πιέσεις και εκβιασμούς για υπερωριακή και (συνήθως) απλήρωτη εργασία, χάνουν από δύο πλευρές. Την ξεκούραση τους και τα χρήματα που ενδεχομένως θα κέρδιζαν κάνοντας κάτι άλλο.
Οι Κυριακές στην πόλη νομίζω πρέπει να είναι αφιερωμένες σε έναν τρόπο ζωής που πρέπει να διεκδικήσουμε και για άλλες μέρες. Η λεγόμενη ανάπτυξη έχει άλλους τρόπους να εκδηλωθεί αυτούς τους καιρούς, με την βοήθεια της τεχνολογίας, που απαιτεί (η τεχνολογία) ανθρώπους με ελεύθερο χρόνο στην διάθεση τους που συνήθως οδηγεί και σε ελεύθερο πνεύμα. Δεν είναι όλα για πούλημα σ αυτόν τον κόσμο.
Σ.Σαρακενίδης
Πάντοτε με εκνεύριζε-και ίσως γι αυτόν τον λόγο δεν έχω και τις ανάλογες φιλίες-ότι δεν στοιχίζομαι πίσω από μονομερείς αντιλήψεις. Αυτές που παίρνουν αφορμή από ένα γεγονός, για να οδηγηθούν αμέσως και χωρίς αιδώ σε γενικεύσεις-αχ αυτές οι γενικεύσεις!-και παρακάμπτοντας στην ουσία το κύριο γεγονός, καταλήγουν σε ένα, εκ των προτέρων, δεδομένο, γι αυτούς συμπέρασμα και τελικά πανηγυρίζουν.
Πίσω από την καταδίκη του ξυλοδαρμού Μαραντζίδη, αναδύθηκαν τέτοιες λογικές, οι οποίες μπουζούριασαν αμέσως και χωρίς δισταγμό ανθρώπους, ιδεολογίες, πολιτικές, τρόπους ζωής. Εκαναν βέβαια, οι ίδιοι τουμπεκί ψιλοκομμένο για τις περιπτώσεις Μανωλάδας και Λάκκας Λακωνίας, γιατί εκείνα τα περιστατικά δεν "βοηθούσαν" στον συνήθη συλλογισμό τους. Αφήστε που ήταν και καταγγελίες, πληροφορίες, κάποια..."λέγεται" και που συνήθως στηρίζονται από κάτι περιθωριακούς και ανυπόληπτους χώρους, κάτι αντιφασιστικές ενώσεις, κάτι τέτοια ρετάλια. Οι σοβαροί αρθρογράφοι γύρισαν το κεφάλι από την άλλη μεριά και οι συνήθεις λινκαδόροι τους έκαναν το ίδιο.
Το ίδιο ισχύει-σε άλλο βαθμό-με την Γάζα. Εκεί βλέπουμε τις δολοφονίες των ισραηλινών με τους βομβαρδισμούς, αλλά ξεχνάμε και τις ευθύνες της Χαμάς, που ξέρει πολύ καλά ότι οι στρακαστρούκες που εκτοξεύει εναντίον του Ισραήλ, είναι ένα καλό πρόσχημα για αντίποινα, ώστε να φαίνεται το τελευταίο ότι αδικείται. Και την πληρώνουν αθώοι-όπως πάντοτε. Οι ντόπιοι ζυγιστές-πώς τους λέγαμε παλιά; κανταρτζήδες-κάνουν την συνήθη δουλειά τους. Βάζουν στην ελλειμματική ζυγαριά τους τα γεγονότα, όπως τους βολεύει και καταλήγουν σε βαρύγδουπα συμπεράσματα. Αντισημίτες οι μεν που καταδικάζουν τους βομβαρδισμούς, ιμπεριαλιστές οι άλλοι και υποχείρια της Μοσάντ, που τις επικροτούν. Τρέχα γύρευε. Και αυτή η ιστορία κρατάει πάνω από μισό αιώνα και ακόμη οι εμπλεκόμενοι-όπως συνηθίζεται άλλωστε-ζητούν την λύση από τους άλλους.
Αυτήν την διαλογή των "σκάρτων" ειδήσεων από τις "καλές" και τον επιλεκτικό σχολιασμό τους, την σιχαίνομαι περισσότερο από την αδιαφορία και τον καναπεδάτο ξυναρχιδισμό. Σαν να υπάρχει ένας διακόπτης που κλείνει και ανοίγει ανάλογα με τις διαθέσεις του κατόχου του. Τι μας οδήγησε μέχρι εδώ, δεν το ξέρω. Ίσως όταν είναι κανείς μέσα σε συμφέροντα, δουλεύει σε μέσα που υπηρετούν μια λογική ή πάλι, με έναν γρήγορο υπολογισμό, επιλέγει αυτήν την άποψη που την συγκεκριμένη χρονική στιγμή είναι η πιο αρεστή και η πιθανότητα να γίνει αποδεκτή, είναι μεγάλη.
Δυστυχώς έτσι θα πορευτούμε. Παλιότερα δεν είχαμε την δυνατότητα να κρίνουμε. Υπήρχε μια κατευθυνόμενη μονομέρεια. Τώρα όχι ευτυχώς. Η προσπάθεια πάντως γίνεται και τα μέσα τα κοινωνικά είναι χώρος, όπου το γάργαρο νεράκι συνυπάρχει με τα βοθρολύματα. Πρέπει να προσέχουμε από που θα πίνουμε.
Σ.Σαρακενίδης
Παλιότερα, στα χρόνια που ο κινηματογράφος ήταν η μοναδική απόλαυση έξω από το σπίτι και που στις σκοτεινές αίθουσες του μπορούσες να έλθεις σε επαφή με αριστουργήματα, με τις εικονοποιημένες φαντασιώσεις μεγάλων δημιουργών, αλλά και με περιπέτειες, η πλοκή των οποίων σε οδηγούσε σε απόλυτη φυγή από την όχι και τόσο ζηλευτή πραγματικότητα, υπήρχε , παρ όλα αυτά ένας μεγάλος εχθρός.
Μια τεράστια αράχνη πάνω από όλους και όλα, που έπιανε στα δίχτυα της, ότι ξέφευγε από τις τρύπες του ηθικοπλαστικού της κόσμου, της χριστιανικής γλίτσας και του συντηρητικού πολτού, μέσα στον οποίο έπρεπε όλοι να τσαλαβουτάμε, κάνοντας τις καθημερινές μας αναπνοές εθνικής ηθικής διαπαιδαγώγησης. Ο εχθρός αυτός ημών των ταξιδιωτών, είχε δύο πρόσωπα, αποκρουστικά εξ ίσου.
Το ένα ήταν ορατό. Ηταν η "ηθική του μαρκαδόρου". Οι διαγραφές πάνω σε υπέροχα στήθη γυναικών , σε περιπαθή φιλιά ή σε υπέροχα αισθησιακά σώματα, που τάραζαν τον εφηβικό μας ύπνο, όσα απ αυτά κατάφερναν να φτάσουν σε εικόνες έξω από τους κινηματογράφους,στις γνωστές πινακίδες αναγγελίας της ταινίας. Ο μαρκαδόρος του λογοκριτή, τιμητή και παραγωγού ταυτόχρονα των εφηβικών μας σπυριών, αλλά και αθέλητου δημιουργού της πιο αχαλίνωτης φαντασίας, ήταν το πρώτο απαγορευτικό χέρι, που με απλωμένα τα πέντε λερωμένα του δάχτυλα, μας απέτρεπε από το να πέσουμε στην απύθμενη, αλλά και τόσο ελκυστική άβυσσο εξαιρετικών οπισθίων και οιονεί μητρικών θηλών, υπέροχων βυζιών (με μαγεύει αυτή η λέξη), που μας πρότεινε ο διεθνής (κυρίως αυτός) κινηματογράφος.
Το άλλο μακρύ χέρι, ενός μεταμφιεσμένου σε θεσμό, ρασοφόρου είχε παρέμβει πιο μπροστά, όταν ο μηχανικός προβολής έπαιρνε σαφείς οδηγίες, που ήταν γραμμένες στην άδεια προβολής της ταινίας, ποιους κώλους και ποια βυζιά ακριβώς πρέπει να κόψει και να απομακρύνει από τα αδηφάγα μάτια μας. Η καθαρότητα της κοινωνίας και των μετώπων μας, ήταν ο απώτερος στόχος του. Επειδή η μεγάλη πόλη ήταν ένα πεδίο που το σχολείο δεν μπορούσε να επέμβει αποτελεσματικά, ούτε φυσικά οι παπάδες. Ετσι έπρεπε να μπει έλεγχος ακριβώς εκεί πού όχι μόνο ο μπούστος της Μπριζίτ Μπαρντό απειλούσε την κοινωνία, αλλά και ο ατίθασος Σπάρτακος έσπερνε ανέμους, που δεν αποκλειόταν αύριο να μετατραπούν σε θύελλες.
Και πέρασαν τα χρόνια και περάσαμε στην δημόσια κατοχύρωση όλων αυτών σε κοινή θέα πλέον, έχασαν το μυστήριο τους, κρέμασαν στην φαντασία (στην οποία δεν έμεινε και πολύς χώρος) και οι Σπάρτακοι κι αυτοί με την σειρά τους έγιναν φράξιες και συνιστώσες.
Στον ιδιωτικό βίο όμως, ο οποίος πρέπει να είναι αμόλυντος και ανεκτή σε αυτόν να είναι μόνο η ιεραποστολική στάση, ιδίως εκείνων που τολμούν να εκτεθούν στα δημόσια αδηφάγα μάτια της πλέμπας και να ζητήσουν την ψήφο της, υπάρχουν οι αυτοδιόριστοι κήνσορες, που με τον παλιό δοκιμασμένο τρόπο, προσπαθούν να επαναφέρουν την τάξη στην κρεβατοκάμαρα του καθενός, όπως αυτοί και τα αφεντικά τους έχουν επιλέξει εδώ και αιώνες, ποια πρέπει να είναι. Η συνουσία πρέπει να είναι συζυγική, σε σκοτεινό περιβάλλον, ανάμεσα σε επιβάλλοντα αρσενικό και σε αποδεχόμενη θηλυκή, με τρόπο που επέλεξαν οι ιεραπόστολοι, κάτω από την εικόνα του υψίστου και λυτρωτή μας (από τι αλήθεια);
Οι αυτόκλητοι αυτοί χωροφύλακες του σώβρακου μας, εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να επιβάλουν σε μεγάλα πλήθη, πλήθη που από το πρωϊ μέχρι το βράδυ καλούν σε συνουσία την παρθένο που έχουν κρεμασμένη στο στήθος τους. Αυτοί είναι οι χαράκτες των κόκκινων γραμμών του αιδοίου και οι τιμωροί των παραβατών τους. Η μπόχα που αφήνουν γύρω τους είναι το συνηθισμένο άρωμα των τρωκτικών που τους ακολουθούν, η καθημερινή τροφή που πολλές φορές την μπερδεύουν με τα περιττώματα τους. Σαν τον χάρακα του δάσκαλου του παλιού καιρού, που χάραζε τα χέρια μας, αυτοί χαράζουν ψυχές, μολύνουν συνειδήσεις, καταστρέφουν ανθρώπους. Αυτή είναι η καθημερινή τους τροφή.
Ποιος ξέρει για πόσο ακόμη. Ποιος ξέρει για ποιους ακόμη. Ποιος ξέρει με ποιες μεθόδους και πόσες ακόμη κλειδαρότρυπες θα δεχθούν το βρωμερό μάτι τους. Είναι καιρός να βάλουμε το κλειδί από μέσα και να τους κλείσουμε εκεί που έπρεπε να είναι από καιρό.
Στον αιώνιο βόθρο της απαξίωσης.
Σ.Σαρακενίδης
Τα αθλητικά γεγονότα, κυρίως αυτά που έχουν φαραωνική μορφή και που εμπλέκεται στην διοργάνωση τους το κράτος,ξοδεύοντας χρήματα των φορολογουμένων (άμεσα και έμμεσα) πολιτών του, συνήθως σκεπάζουν ανεπιθύμητες κοινωνικές καταστάσεις. Ειδικά το ποδόσφαιρο έχει κατηγορηθεί ότι "προσέφερε" υπηρεσίες στα πιο ανελεύθερα καθεστώτα, παίζοντας έναν παράλληλο ρόλο "όπιου του λαού".
Ειδικά στην Βραζιλία, που θα διεξαχθεί το παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου, όπου εκεί είναι η δεύτερη-ίσως και η πρώτη-θρησκεία των ανθρώπων, συνυπάρχουν αυτά τα δύο. Βέβαια η κ. Ρούσεφ, Πρόεδρος της Βραζιλίας( που τον Οκτώβριο έχει εκλογές), στον προσκλητήριο λόγο της προς του φιλάθλους όλου του κόσμου, ισχυρίσθηκε ότι απέναντι στα 11 δις δολλάρια που απαιτήθηκαν για την κατασκευή των αθλητικών χώρων, υπάρχουν τα 550 δις που δόθηκαν τα τελευταία χρόνια για κοινωνικές δαπάνες. Ενα ακόμη δείγμα ευημερίας των αριθμών; Ισως.
Ο ¨καθαρισμός" των γειτονιών (φαβέλες) που βρίσκονται κοντά στα αθλητικά σημεία είναι επίσης ένα γεγονός. Εξ άλλου η Βραζιλία έχει "παράδοση" σ αυτόν τον τομέα. Παρακρατικές συμμορίες (συνήθως αστυνομικών) έβγαιναν επί χρόνια τα βράδια και δολοφονούσαν εν ψυχρώ τα ανύπαρκτα παιδιά. Αυτά που μοναδικό σπίτι τους είχαν τον δρόμο. Και ήταν -και είναι ακόμη-πολλά στην Βραζιλία. Μια διαρκής δολοφονία που λίγο απασχόλησε την διεθνή κοινότητα.
Το ποδόσφαιρο είναι μια βιομηχανία-το ξέρουμε όλοι αυτό. Καλοπληρωμένοι και διάσημοι αστέρες, αλλά και πάρα πολλοί άλλοι ταλαντούχοι που ευελπιστούν, κάτω από την σημαία και τον εθνικό ύμνο της πατρίδας τους, να πετύχουν μια καλή μετεγγραφή και ένα καλό συμβόλαιο. Συνυπάρχουν όλα αυτά, όπως και η αγάπη εκατομυρίων ανθρώπων, που θα καθίσουν στον καναπέ και επί ένα μήνα δεν θα έχουν άλλο ενδιαφέρον στην ζωή τους. Αυτού του τύπου το αθλητικό θέαμα διαμορφώνει τον τρόπο που ζούμε-πολλοί από μας-εδώ και πάρα πολλά χρόνια.
Οι λάτρεις του ποδοσφαίρου, όμως δεν είναι μόνο κάτι κουφιοκέφαλοι κοινωνικοί υπνοβάτες, που δεν τους ενδιαφέρει τίποτα άλλο στην ζωή τους. Το δείγμα είναι μεγάλο και πολυποίκιλο Και δεν αδιαφορούν γι αυτά που συμβαίνουν στην χώρα που διοργανώνει το γεγονός. Οπως δεν αδιαφόρησαν-οι περισσότεροι εκ των υστέρων, αλλά αυτό είναι μια αλλη ιστορία-και για την ανάληψη των ολυμπιακών αγώνων από την χώρα μας , όταν έγινε η ανάθεση το 2000. Ασχετα αν λοιδωρήθηκε η μικρή μειονότητα που αντιστάθηκε από την αρχή, ως περίπου εθνοπροδοτική. (Αλήθεια όσοι έχουν φορέσει τώρα την φανέλα του "αγανακτισμένου" το θυμούνται αυτό);
Δεν είναι το ποδόσφαιρο το όπιο του λαού. Δεν είναι οι φίλαθλοι οι χειρότεροι και πιο ανάλγητοι πολίτες. Δεν φταίει ο αθλητισμός για την χρήση που του γίνεται. (Είναι σαν να κατηγορείς την συσκευή της τηλεόρασης, όταν βλέπεις από το πρωί μέχρι το βράδυ όλες τις αθλιότητες που δείχνει).
Ας καθίσουμε να το απολαύσουμε λοιπόν, ελπίζοντας να δούμε καλό ποδόσφαιρο, από τους καλοπληρωμένους, αλλά και ξεζουμισμένους επαγγελματίες του χώρου και υπάρχει χρόνος (αρκεί να υπάρχει και διάθεση) για τους κοινωνικούς μας αγώνες.
Δεν φταίνε οι συλλογικές δραστηριότητες (έστω και δι αντιπροσώπων) για το χάλι που βρίσκεται κάθε σημείο του πλανήτη. Αλλοι είναι οι φταίχτες. Ίσως και όλοι μας.
Σ.Σαρακενίδης
Οι απανωτές πολιτικές απογοητεύσεις, οι χαμένες προσπάθειες, η απώλεια της αίσθησης του προφανούς μπροστά σε έναν μεγάλο κίνδυνο και τελικά η επικράτηση των ιδίων μηχανισμών, των ίδιων προσώπων, της ίδιας στείρας νοοτροπίας, που σκοτώνει την ελπίδα και το όνειρο σαν σπερματοκτόνο, είναι μια συνολική ματαίωση προσπαθειών μιας ζωής. Σε κάνει να επιστρέφεις ολοταχώς στον δικό σου κόσμο, που οι κανόνες του μπορεί να μην είναι σταθεροί, να περιέχουν μέσα τους πολλές φορές την ανατροπή, αλλά έχουν μια αξιοπρέπεια και, κυρίως, φιλτράρουν με σταθερό και αποτελεσματικό τρόπο την έξωθεν μόλυνση.
Ευτυχώς αυτό μπορούμε να το διατηρήσουμε-όσοι μπορούμε-και θα είναι ο δικός μας πολιτικός αγώνας από δω και πέρα. Οι αυθεντίες και οι πατερούληδες εξάντλησαν την ψυχοφθόρα επιρροή τους στην ζωή μας. Κάποιοι κατηγορούν αυτούς που αλλάζουν παρατάξεις, κόμματα, κινήσεις, στην προσπάθεια τους να βρουν απαντήσεις. Είναι μια αστάθεια κατ αυτούς που δεν περιέχει αξιοπιστία. Και όμως αυτή η αναζήτηση είναι που δίνει αξία στην ζωή και δεν αρκείται κανείς στην έτοιμη τράπεζα με τα sos. Η ζωή δεν είναι παπαγαλία. Θέλει οι ατομικές απαντήσεις του καθενός/μιας να μπορούν να συντάσσονται με αυτές του διπλανού μας. Η κοινωνία στηρίζεται σε ισορροπίες αλλά και σε σταθερές αρχές. Από πολλούς δρόμους φτάνει κανείς σ αυτές. Εκεί πρέπει να συναντιόμαστε.
Αν αυτό δεν είναι δυνατόν γιατί η ζωή μας έχει μετατρέψει σε ακόλουθους και όχι σε πολίτες, συνεχίζοντας μια πορεία που χαράχθηκε από τα γεννοφάσκια από άλλους, τότε συναντάμε συνέχεια τοίχους μπροστά μας. Και πολλές φορές αυτοί οι τοίχοι είναι το τέρμα ενός αδιέξοδου και αξεπέραστοι.
Ζηλεύω εκείνα τα παιδιά που δίνουν καθημερινή μάχη με υπαρκτούς εχθρούς που μολύνουν την ζωή τους. Κερδίζουν μέτρο μέτρο ή χάνουν, ανάλογα κάθε φορά, αλλά μένει η χαρά της μάχης και η αναστάσιμη αδρεναλίνη της που ομορφαίνει την ζωή. Μπορούν να κοιτούν στα μάτια τους άλλους. Ακόμη και τα λάθη τους έχουν μια ποιότητα, δεν είναι αποτελέσματα ενός ξαναζεσταμένου, ταλαιπωρημένου από τον καιρό, άνοστου και καπνισμένου από τις απέραντες συζητήσεις και αναθυμιάσεις μέσα σε κλειστές πολιτικές κονσέρβες που έχουν λήξει από καιρό, φαγητού.
Υπάρχει ελπίς, αλλά αναζητείται.
Σ.Σαρακενίδης